• yvonikonstantinou

Ερχομός ενός νέου παιδιού. Ζήλεια ή όχι;


Με την είδηση για μια δεύτερη εγκυμοσύνη, συνήθως οι γονείς αρχίζουν να ανησυχούν πως δεν θα μπορούν να δώσουν τα ίδια συναισθήματα στο δεύτερο παιδί, όσα και το πρώτο τους παιδί. Αυτό είναι πολύ συνηθισμένο, αλλά και πολύ λογικό. «Αποκλείεται να αγαπήσω το δεύτερο μου παιδί, όσο και το πρώτο μου» ή «Φοβάμαι να κάνω δεύτερο παιδί, μήπως και δεν είμαι σωστός απέναντί του, όσο και στο πρώτο μου παιδί». Στην πραγματικότητα, πολλοί γονείς έχουν παρόμοια συναισθήματα για όλα τους τα παιδιά. Συνήθως διακρίσεις συναισθηματικές γίνονται εξαιτίας και του χαρακτήρα του κάθε ξεχωριστού παιδιού. Δηλαδή, υπάρχουν παιδιά που νιώθουν πιο δυναμικά και δείχνουν πιο ανεξάρτητα, ενώ άλλα που νιώθουν πιο αδύναμα. Αν ο γονιός είναι πιο κοντά στο δεύτερο, είναι εξαιτίας της πεποίθησής του ότι το δεύτερο παιδί τον χρειάζεται περισσότερο (αν και ίσως λανθασμένη πεποίθηση).


Πέραν των γονιών και των ανησυχιών τους για μια δεύτερη εγκυμοσύνη, συνήθως το γύρω πλαίσιο των γονιών τείνουν να εστιάζουν στη ζήλεια που θα έχει το πρωτότοκο. Αυτή η εστίαση, πολλές φορές ενισχύει συμπεριφορές ζήλειας. Για παράδειγμα, όταν γεννηθεί το δεύτερο παιδί και αρχίζουν οι γονείς ή ακόμη και οι γύρω φίλοι και συγγενείς να ξεχωρίζουν τα παιχνίδια «Αυτό είναι δικό σου, κι αυτό για το αδελφάκι σου», πολλές φορές είναι σαν να επικοινωνούμε στο παιδί «Θέλω να σε δω να διεκδικείς το παιχνίδι του αδελφού σου». Πώς θα μπορούσαμε να μιλήσουμε; «Σου έφερα αυτό που σ’ αρέσει εσένα, κι αυτό για το αδελφάκι σου, και είστε πολύ τυχεροί που θα μπορείτε να ανταλλάζετε παιχνίδια. Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν στο σπίτι γίνεται προσεκτική παρατήρηση στο μεγαλύτερο παιδί να μην αγγίζει, να μην πλησιάζει, να μην φωνάζει μπροστά στο μικρό αδελφάκι που κοιμάται. Με αυτό τον τρόπο, επικοινωνούμε πως από εδώ και πέρα δεν υπάρχει χώρος για εσένα στο σπίτι. Πώς θα μπορούσαμε να πράξουμε; Αρχικά να σταματήσουμε να ανησυχούμε για συμπεριφορές του μεγαλύτερου παιδιού. Είναι πολύ όμορφο για ένα νεογέννητο να μεγαλώνει μαζί με ένα μεγαλύτερο αδελφάκι. Έπειτα, αν δούμε κάτι επικίνδυνο ή κάτι μη πρέπον, μπορούμε να τραβήξουμε την προσοχή του παιδιού αλλού προτείνοντάς του κάτι, αντί να του απαγορεύσουμε κάτι.


Είναι σημαντικό να τονιστεί, πως το συναίσθημα ζήλειας εξαρτάται κυρίως από τις συμπεριφορές και τις ανησυχίες των γονιών ή άλλων φίλων/συγγενών. Εντούτοις, συνήθως φαίνεται πως ένα παιδί δεν παρουσιάζει συναισθήματα ζήλειας όταν υποδέχεται ένα νοεγέννητο αδελφάκι. Το συναίσθημα αυτό, αρχίζει να ενισχύεται όταν το νεογέννητο μεγαλώνει και αρχίζει να κάνει τα πρώτα του βήματα, αρχίζει να μιλάει. Είναι σημαντικό αυτό για τους γονείς, καθώς πολλοί καταβάλλουν όλη την ενέργειά τους να παρατηρήσουν «κακές» συμπεριφορές στην πρώιμη φάση, με αποτέλεσμα να δίνουν αρκετή προσοχή στο μεγαλύτερο παιδί για να αποτρέψουν το οτιδήποτε, αγνοώντας την εκ των υστέρων φάση που για πολλούς πλέον δεν δικαιολογείται η ζήλεια και πέραν του ότι μειώνεται η προσοχή, αυξάνονται και οι παρατηρήσεις. Κανένα από τα δύο δεν βοηθάει το μεγαλύτερο παιδί να κρατήσει την αίσθηση ασφάλειας που έχει ανάγκη.


Συμπέρασμα: «Πάντοτε τα παιδιά, σε όποια φάση κι αν βρίσκονται, χρειάζονται να έχουν ξεχωριστό χώρο συναισθηματικά και αποκλειστικότητα στον χρόνο επικοινωνίας. Οι τιμωρίες δεν διδάσκουν τη σωστή συμπεριφορά, αλλά επιτυγχάνουν σχεδόν πάντοτε το αντίστροφο αποτέλεσμα, σε αντίθεση με το να δίνουμε χρόνο να καταλάβουμε ποια ανάγκη υπάρχει πίσω από μια άσχημη συμπεριφορά και να προσπαθούμε να ικανοποιούμε όχι το παράλογο αίτημα του παιδιού, αλλά την πραγματική του ανάγκη».


Για περισσότερες πληροφορίες, επικοινωνήστε με τη ψυχολόγο: Υβόνη Κωνσταντίνου, 99268711